Αρχική σελίδα

 

Εργαλεία υπολογισμού

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙΣΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΕΙΔΙΚΑ ΤΗΝ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Ημερίδα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων με θέμα «Οι τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας»

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΚΟΜΠΟΛΙΤΗ

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗ

ΘΕΜΑ: «Τροποποιηθείσες διατάξεις που αφορούν ειδικά την ενώπιον του Ειρηνοδικείου διαδικασία»

 

Οι βασικές αλλαγές του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αφορούν κυρίως στην τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων με την καθιέρωση της έγγραφης διαδικασίας.

Επίσης σημαντικές αλλαγές επέρχονται στις ειδικές διαδικασίες, με την αναδιάρθρωση και συστηματοποίησή τους, αλλά και στις άλλες διαδικασίες σε μικρότερη έκταση, καθώς και στην αναγκαστική εκτέλεση.

Οι αλλαγές στη διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων αφορούν βέβαια και το ειρηνοδικείο.

Θα αναφερθώ επιλεκτικά και περιληπτικά στις σημαντικότερες αλλαγές και καινοτομίες, που ενδιαφέρουν και το ειρηνοδικείο, οι οποίες θα αναλυθούν από τους άλλους ομιλητές και εκτενέστερα στις αλλαγές που αφορούν αποκλειστικά το ειρηνοδικείο.

 

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ

Στο άρθρο 14 παρ. 1 προστίθεται περιπ. γ’, σύμφωνα με την οποία στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων υπάγονται «οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας κλπ και οι διαφορές ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους και στους ιδιοκτήτες ορόφων και διαμερισμάτων που αφορούν κοινόχρηστες δαπάνες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ».

Με την προσθήκη αυτή διευρύνεται η καθύλη αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων με την υπαγωγή σ’ αυτά και των συγκεκριμένων διαφορών, μετά την αφαίρεσή τους από την καθύλη αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων, τα οποία πριν είχαν αποκλειστική αρμοδιότητα επί των υποθέσεων αυτών κατ’ αρθ. 17 παρ. 3.

‘Αρθρο 94 ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Με το άρθρο 94 παρ. 1 ορίζεται ότι « 1. Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο.

2. Επιτρέπεται η δικαστική παράσταση διαδίκου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο: α) στο ειρηνοδικείο, εφόσον πρόκειται για μικροδιαφορές β) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος.»

Με την τροποποίηση της διάταξης αυτής καταργείται η δυνατότητα δικαστικής παράστασης στο ειρηνοδικείο χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν υπερέβαινε το ποσό των 12.000 ευρώ, καθώς και στα ασφαλιστικά μέτρα. Η δυνατότητα αυτή περιορίζεται μόνο στις υποθέσεις των μικροδιαφορών και για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, που μπορεί να καλύψει υπό προϋποθέσεις την κατάργηση στα ασφαλιστικά μέτρα, με δικαίωμα του δικαστή, εκτιμώντας τις ιδιαίτερες περιστάσεις, να υποχρεώσει τον διάδικο να προσλάβει δικηγόρο σύμφωνα με τη διατηρούμενη παρ.3.

Μετά τη θέσπιση της υποχρεωτικής παράστασης με πληρεξούσιο δικηγόρο σε όλα τα δικαστήρια, άρα και στα ειρηνοδικείο, και την κατάργηση του ποσοτικού κριτηρίου των 12.000 ευρώ, καθώς και τη ρητή πρόβλεψη εξαίρεσης μόνο στις υποθέσεις των μικροδιαφορών, δεν αφήνονται περιθώρια διαφορετικής ερμηνείας και είναι υποχρεωτική πλέον η παράσταση με πληρεξούσιο δικηγόρο και στις υποθέσεις των υπερχρεωμένων, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Μέχρι σήμερα είχε παγιωθεί η νομολογιακή θέση περί μη υποχρεωτικότητας της παράστασης με δικηγόρο.

‘Αρθρο 115 ΕΓΓΡΑΦΗ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ

Οι διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 115 με την προηγούμενη μορφή του, όριζαν ότι ενώπιον του ειρηνοδικείου οι διάδικοι έχουν δικαίωμα, και όχι υποχρέωση, όπως στα άλλα δικαστήρια να υποβάλλουν προτάσεις, με παράλληλη δυνατότητα του ειρηνοδίκη να υποχρεώσει τους διαδίκους να καταθέσουν προτάσεις σε δύσκολες υποθέσεις.

Ήδη με την τροποποιημένη διάταξη η κατάθεση των προτάσεων καθίσταται υποχρεωτική και στο ειρηνοδικείο, καταργουμένης της δυνατότητας της παράλειψης κατάθεσης, όπως προβλεπόταν από τον ΚΠολΔ. Διατηρείται η προαιρετική κατάθεση προτάσεων μόνο στις υποθέσεις των μικροδιαφορών.

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ

Καταργείται το άρθρο 208, με το οποίο καθιερωνόταν υποχρέωση του ειρηνοδίκη για απόπειρα συμβιβασμού, και αυτό γιατί, κατά το νέο άρθρο 116Α το δικαστήριο γενικότερα, άρα και το ειρηνοδικείο ενθαρρύνει τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς.

Επίσης για τον ίδιο λόγο καταργήθηκε η διάταξη του αρθ. 209, κατά το μέρος της που προέβλεπε συμβιβαστική επέμβαση, του κατά τόπο αρμόδιου ειρηνοδίκη έστω και αν ήταν καθύλη αναρμόδιος και η συμβιβαστική επέμβαση του ειρηνοδίκη περιορίζεται στις υποθέσεις που έχει και καθύλη αρμοδιότητα.

ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ

Καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 215 παρ. 2, με την οποία οριζόταν ότι στα ειρηνοδικεία, στων οποίων την έδρα δεν υπάρχουν διορισμένοι δικηγόροι ή δικολάβοι η αγωγή μπορεί να ασκηθεί και προφορικά ενώπιον του Ειρηνοδίκη, αφού έχουν εκλείψει πλέον οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Αντ’ αυτής ορίσθηκε ότι στην περίπτωση του άρθρου 237, η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την κατάθεσή της, με συνέπεια της παράληψης της δικονομικής αυτής υποχρέωσης να θεωρείται η αγωγή ως μη ασκηθείσα. Μετά τη ρύθμιση της επίδοσης της αγωγής στον εναγόμενο με τη διάταξη αυτή καταργήθηκε η διάταξη του αρθ. 229 που ρύθμιζε το ίδιο θέμα.

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ

Με το άρθρο 223 παρέχεται η δυνατότητα περιορισμού του αιτήματος της αγωγής ή διατύπωσης αιτήματος επιδίκασης των παρεπομένων του κυρίου αντικειμένου της αγωγής κλπ, παράλληλα με τις προτάσεις και με δήλωση στα πρακτικά, ρύθμιση αναγκαία ενόψει της ρύθμισης του άρθρου 237.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΓΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

1. Με το άρθρο 228 η προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων καθορίζεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, όπως στην περίπτωση του άρθρου 237, σε τριάντα ημέρες και αν εκείνος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής εξήντα ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντί εκείνης των εξήντα και ενενήντα ημερών, αντίστοιχα.

2. Καταργήθηκε το άρθρο 231, με το οποίο παρέχεται η δυνατότητα άσκησης της πρόσθετης παρέμβασης στο ειρηνοδικείο και προφορικά. Η κατάργηση αυτή επιβλήθηκε μετά τη νέα διάταξη του αρθ. 238, που ορίζει τον τρόπο και τις προθεσμίες άσκησης των παρεμβάσεων, συμπεριλαμβανομένης και της πρόσθετης.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΟ ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΟ

1. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι ρυθμίσεις και μεταβολές που επέρχονται με τα άρθρα 237 και 238, οι οποίες αφορούν και το ειρηνοδικείο.

Με τις διατάξεις αυτές δίνεται στην τακτική διαδικασία προτεραιότητα στην έγγραφη διαδικασία έναντι της προφορικής. Η τακτική διαδικασία με τα νέα άρθρα 237 και 238 (σε συνδυασμό και με τα άρθρα 215, 254, 260, 271 επ., 524, 527 και 591 ), είναι καταρχήν έγγραφη, με βάση τις έγγραφες προτάσεις και τους περιεχόμενους σε αυτές ισχυρισμούς των διαδίκων. Μόνο αν το δικαστήριο κρίνει ότι η υπόθεση δεν έχει διασαφηνιστεί αρκετά ώστε να εκδοθεί επί της ουσίας απόφαση και υφίσταται λόγος εξέτασης μαρτύρων, τότε με απλή πράξη του δικαστηρίου καλείται σε μεταγενέστερο χρόνο μάρτυρας προς εξέταση. Αυτό μπορεί να γίνει και με την απόφαση που διατάσσει επανάληψη της συζήτησης κατά το άρθ. 254 ΚΠολΔ για τη διενέργεια αυτοψίας, πραγματογνωμοσύνης ή η εξέταση των διαδίκων στο δικαστήριο.

Η έγγραφη διεξαγωγή της δίκης εξελίσσεται κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ κατάθεσης και συζήτησης της αγωγής, με επί μέρους στάδια (αγωγή, απάντηση στην αγωγή, ενστάσεις, αντενστάσεις κλπ,), μέσα σε συγκεκριμένες προθεσμίες με τη συμπλήρωση των οποίων ολοκληρώνεται ο φάκελος της δικογραφίας. Η εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων , η παρουσία των οποίων κατά τη συζήτηση είναι τυπική . Η υπόθεση συζητείται και χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, χωρίς να επέρχονται οι συνέπειες της ματαίωσης της συζήτησης ή της ερημοδικίας ενάγοντος ή εναγομένου. Οι συνέπειες αυτές (δηλαδή το πλάσμα της δικαστικής ομολογίας και η παραίτηση) επέρχονται επί μη κατάθεσης προτάσεων.

Η απόφαση εκδίδεται με βάση τα προσκομισθέντα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις με δυνατότητα βέβαια εξέτασης μαρτύρων εφόσον κριθεί αναγκαία η επανάληψη της συζήτησης, με διάταξη κατ’ αρθ. 237 παρ. 6 ή απόφαση για επανάληψη της συζήτησης κατ’ αρθ. 254.

Εκτιμώ ότι, ιδίως στα ειρηνοδικεία της επαρχίας, όπου μεγάλο μέρος των υποθέσεων είναι εμπραγμάτου δικαίου, που υπάγονται στην τακτική διαδικασία και απαιτούν εξέταση μαρτύρων, ακόμη δε διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, θα διατάσσεται κατ’ ανάγκη συχνά η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, με περαιτέρω επιβράδυνση του χρόνου έκδοσης των αποφάσεων.

Επίσης η ρύθμιση της παρ. 6 αρθ. 237 , ότι η καταχώριση της διάταξης στο οικείο βιβλίο του δικαστηρίου, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων, ενδεχομένως δημιουργήσει προβλήματα στην έγκαιρη ενημέρωσή τους, αφού θα πρέπει να παρακολουθούν συνεχώς το οικείο βιβλίο. Γι’ αυτό θα πρέπει να γίνεται χρήση της δυνατότητας που παρέχεται από το επόμενο εδάφιο της διάταξης και να γνωστοποιείται η καταχώριση της διάταξης με πρωτοβουλία του γραμματέα με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων.

2. Θέλω ακόμη να επισημάνω ορισμένους προβληματισμούς μου σχετικά με τη ρύθμιση της διάταξη της παρ. 4 του αρθ. 237, σε σχέση μ’ αυτή του αρθ. 6Α του Οργανισμού Δικαστηρίων «για τη σύμμετρη κατανομή πολιτικών υποθέσεων μεταξύ των ειρηνοδικών».

Με την διάταξη της παρ. 4 του αρθ. 237 ορίζεται ότι «Μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από το κλείσιμο του φακέλου της δικογραφίας με πράξη του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου ή του αρμόδιου δικαστή, ορίζεται, σύμφωνα με τον κανονισμό του δικαστηρίου, ο δικαστής ……….για την εκδίκαση της υπόθεσης. Συγχρόνως ορίζεται ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο».

Η διάταξη αυτή εκτιμώ ότι θα δημιουργήσει δυσκολίες στην ίση κατανομή των υποθέσεων μεταξύ των δικαστών, ιδίως κατά το μεσοδιάστημα που θα συμπέσουν οι νέες χρεώσεις μ’ αυτές των εκκρεμών υποθέσεων, αλλά και στη συνέχεια λόγω της ανάγκης νέας χρέωσης όταν έχει πάψει να υπηρετεί στο δικαστήριο ο δικαστής που χρεώθηκε την υπόθεση.

Το πρόβλημα αυτό θα είναι εντονότερο στα ειρηνοδικεία, πλην αυτών των Αθηνών και Θεσσαλονίκης για τους εξής λόγους:

Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται ο ορισμός δικαστή και δικασίμου για κάθε υπόθεση με μια ενιαία πράξη, είτε του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου, ή του αρμόδιου δικαστή.

Τριμελές συμβούλιο προβλέπεται από το αρθ. 15 παρ. 2 του Οργανισμού Δικαστηρίων στα Ειρηνοδικεία των Αθηνών και της Θεσ/νίκης. Τα υπόλοιπα ειρηνοδικεία της χώρας διευθύνονται, σύμφωνα με το αρθ. 15 παρ. 1 β’ του Οργανισμού Δικαστηρίων, από τον αρχαιότερο ειρηνοδίκη, ο οποίος και έχει τις αρμοδιότητες του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου.

Με τη νέα αυτή διάταξη απονέμεται στον ειρηνοδίκη που διευθύνει το ειρηνοδικείο, η αρμοδιότητα να ορίσει με πράξη του, τόσο τη δικάσιμο κάθε υπόθεσης όσο και τον ειρηνοδίκη που θα τη δικάσει.

Όμως, με τη διάταξη του αρθ. 6 Α του Οργανισμού Δικαστηρίων «για τη σύμμετρη κατανομή πολιτικών υποθέσεων μεταξύ των ειρηνοδικών της ίδιας πρωτοδικειακής περιφέρειας», ορίζεται ότι «"1. Ο Πρόεδρος Πρωτοδικών που διευθύνει το πρωτοδικείο ρυθμίζει με πράξη του την υπηρεσία όλων των ειρηνοδικών της περιφέρειάς του και την κατανέμει ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή η υπηρεσία των ειρηνοδικών γενικά, συμπεριλαμβανομένων και των υποθέσεων που χρεώνονται, ορίζεται σήμερα με πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών.

Η διάταξη αυτή του Οργανισμού Δικαστηρίων έρχεται σε σύγκρουση με τη νέα διάταξη του αρθ. 237 παρ. 4 ΚΠολΔ, αφού με την τελευταία προβλέπεται σαφώς μια ενιαία πράξη, με την οποία ορίζεται η δικάσιμος και ο δικαστής κάθε υπόθεσης. Συνεπώς δε νοείται διάσπασή της σε δύο, μια του προέδρου πρωτοδικών ως προς το δικαστή και μια του διευθύνοντος το ειρηνοδικείο ειρηνοδίκη ως προς τη διάσιμο. Εκτός αυτού με τη νέα διάταξη του αρθ. 237 παρ. 4 ΚΠολΔ, ρητά ορίζεται ως αρμόδιος δικαστής για την έκδοση της ενιαίας αυτής πράξης ο αντίστοιχος του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το ειρηνοδικείο, που είναι σύμφωνα με τη διάταξη του αρθ. 15 παρ. 1 β’ του Οργανισμού Δικαστηρίων ο αρχαιότερος ειρηνοδίκης.

Παράλληλα στις υπόλοιπες διαδικασίες πλην της τακτικής που δεν ισχύει ο ορισμός δικαστή ανά υπόθεση του αρθ. 237, διατηρείται η αρμοδιότητα του Προέδρου Πρωτοδικών να καθορίζει την υπηρεσία των ειρηνοδικών συμπεριλαμβανομένων των υποθέσεων που χρεώνεται. Έτσι οι υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας θα χρεώνονται από τον Διευθύνοντα το Ειρηνοδικείο οι δε υπόλοιπες από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών. Δηλαδή ο ειρηνοδίκης θα έχει δύο υπηρεσίες, γεγονός που θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα στην ίση κατανομή των υποθέσεων και στις υπηρεσίες και δικασίμους που θα χρεωθεί κάθε μήνα.

Ενόψει της νέας αυτής ρύθμισης του αρθ. 237 παρ. 4, αλλά και του ότι, μετά την κατάργηση των ειρηνοδικείων που παρουσίαζαν περιορισμένη κίνηση και την ανακατανομή των θέσεων των ειρηνοδικών, έχουν εκλείψει οι λόγοι που επέβαλαν τη θέσπιση της διάταξης του αρθ. 6 Α του Οργανισμού Δικαστηρίων για τη σύμμετρη κατανομή πολιτικών υποθέσεων μεταξύ των ειρηνοδικών από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών, γι’ αυτό πιστεύω ότι θα πρέπει να καταργηθεί η διάταξη αυτή του Οργανισμού Δικαστηρίων.

3. Συνεχίζοντας επί των αλλαγών της Πολιτικής Δικονομίας:

Καταργείται το άρθρο 244, με το οποίο παρείχετο η δυνατότητα, κατά παραδοχή σχετικής αίτησης του εναγομένου, ο ειρηνοδίκης να παραπέμψει στο μονομελές ή πολυμελές πρωτοδικείο και ο δικαστής του μονομελούς στο Πολυμελές Πρωτοδικείο την εκδίκαση της διαφοράς που αφορά ενοχική απαίτηση, αν ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής εκκρεμούσε αγωγή του εναγομένου κατά του ενάγοντος για απαίτηση που επιδέχεται συμψηφισμό με εκείνη που παραπέμπεται.

4.Καταργείται επίσης η διάταξη του άρθρου 251, με την οποία οριζόταν ότι ο ειρηνοδίκης οφείλει να καθοδηγεί τους διαδίκους που παρίστανται χωρίς δικηγόρο, καθώς και η διάταξη του άρθρου 311, σύμφωνα με την οποία ο ειρηνοδίκης οφείλει να υποδεικνύει στην απόφαση τα ένδικα μέσα με τα οποία μπορεί να προσβληθεί από τον παριστάμενο χωρίς δικηγόρο διάδικο. Η ρύθμιση αυτή επιβλήθηκε λόγω της τροποποίησης της διάταξης του αρθ. 94 και της υποχρεωτικής πλέον παράστασης των διαδίκων με πληρεξούσιο δικηγόρο και ενώπιον του ειρηνοδικείου με μόνη εξαίρεση την περίπτωση αποτροπής επικειμένου κινδύνου και τις μικροδιαφορές.

΄Αρθρο 268

ΑΝΤΑΓΩΓΗ

Μετά την καθιέρωση της υποχρεωτικής κατάθεσης προτάσεων και στο ειρηνοδικείο με την κατάργηση της διάταξης του αρθ. 115 παρ. 3, τροποποιήθηκε και η διάταξη του αρθ. 268 παρ. 4 για τον τρόπο άσκησης της ανταγωγής, η οποία πλέον ασκείται μόνο με χωριστό δικόγραφο όχι δε και προφορικά με σχετική καταχώρηση στα πρακτικά.

Τέλος Καταργείται το άρθρο 269, με το οποίο ρυθμίζεται η κατ’ εξαίρεση προνομιακή προβολή και υπό τις αναφερόμενες προϋποθέσεις των ισχυρισμών που προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, ή αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία ή από δικαιολογημένη αιτίαση δεν προβλήθηκαν εγκαίρως. Η πρόταση των ισχυρισμών αυτών είναι δυνατή μόνο με την τήρηση της διαδικασίας των άρθρων 237, 238.

Γεγονότα που λαμβάνουν χώρα μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας θα συνεκτιμηθούν κατ' ανάγκη στο δεύτερο βαθμό ή στο πλαίσιο δίκης ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933.

 

ΑΠΟΔΕΙΞΗ

ΕΙΔΙΚΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ

Το αποδεικτικό μέσο των ενόρκων βεβαιώσεων ρυθμίζεται πλέον με τα άρθρα 421 – 424. Με τις διατάξεις αυτές ρυθμίζεται: η διαδικασία λήψης τους με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων ( αρθ. 393, 394, 398 παρ. 2, 399, 400, 402, 405, 407, 408, 409 παρ. 2, 4… και 4…) που ισχύουν για τους μάρτυρες, η προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων, καθώς και ο αριθμός τους. Επίσης προβλέπεται η δυνατότητα ενστάσεων και αιτήσεων από τους παριστάμενους διάδικους, οι οποίες καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης και κρίνονται από το Δικαστήριο, καθώς και οι συνέπειες, της κατά παράβαση των διατάξεων λήψης τους (δε λαμβάνεται καθόλου υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως γίνεται δεκτό από την πάγια νομολογία).

 

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΚΡΟΔΙΑΦΟΡΕΣ

Καταργείται η δυνατότητα προφορικής άσκησης της αγωγής (άρθρο 468), καθώς και το άρθρο 472, που προέβλεπε τη δυνατότητα εκπροσώπησης διαδίκου από τα αναφερόμενα στο άρθρο αυτό πρόσωπα (σύζυγος, συγγενείς). Ο διάδικος μπορεί πλέον να παρίσταται είτε αυτοπροσώπως είτε με πληρεξούσιο δικηγόρο κατά το αρθ. 94.

 

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

ΟΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ συστηματοποιούνται πλέον σε 3 βασικές κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία καλύπτει τις προσωπικές διαφορές από την οικογένεια γενικότερα, η δεύτερη αφορά τις περιουσιακές διαφορές (άρθρα 614 έως και 622Β), και η τρίτη στη διαταγή πληρωμής κλπ(άρθρα 623 επ.)

Η βασική διάταξη όλων των ειδικών διαδικασιών είναι αυτή του άρθρου 591. Η διάταξη αυτή παραπέμπει στις διατάξεις του Γενικού Μέρους (όπως και μέχρι σήμερα), όπου αυτές δεν αντιβαίνουν στις ειδικές διαδικασίες. Κατά τα λοιπά ρυθμίζει όλα τα διαδικαστικά ζητήματα που αφορούν τις ειδικές διαδικασίες, δηλαδή την άσκηση της αγωγής, και των παρεπόμενων ή συναφών διαδικαστικών πράξεων, την προθεσμία κλήτευσης, την κατάθεση των προτάσεων, την εισαγωγή της αγωγής για συζήτηση στο ακροατήριο (που είναι υποχρεωτικά προφορική), την προβολή ισχυρισμών, τη διαδικασία στο ακροατήριο , τις παρεμβάσεις, προσεπικλήσεις κ.λπ. που ασκούνται υποχρεωτικά 10 μέρες πριν τη συζήτηση …κλπ.

Επίσης στις περιουσιακές διαφορές (άρθρα 614 έως και 622Β), υπάρχει μία κεντρική διάταξη το άρθρο 614 , που αφορά όλες τις περιουσιακές διαφορές , τις οποίες κατατάσσει και περιγράφει λεπτομερώς. Συγχρόνως, διατηρούνται ορισμένες ειδικές ρυθμίσεις για τις επιμέρους περιουσιακές διαφορές (όπως α) στις μισθωτικές, η πρόβλεψη κατάργησης της δίκης με την καταβολή των μισθωμάτων και της δημιουργίας δεδικασμένου για το σύνολο των προδικαστικών ζητημάτων, που ανακύπτουν, β) στις εργατικές , η άσκηση παρέμβασης από επαγγελματικά σωματεία σε διαφορές των μελών τους και η εκδίκαση της υπόθεσης ωσεί παρόντος του διαδίκου που ισχύει μόνο για τις διαφορές αυτές, γ) στις διαφορές από πιστωτικούς τίτλους, η απαγόρευση άσκησης ανταγωγής και ανακοπής ερημοδικίας κλπ).

Τέλος στη διαταγή πληρωμής (άρθρα 623 επ.) και την εκδίκαση των κατ΄ αυτής ανακοπών προβλέπονται περιορισμένης έκτασης συμπληρωματικές και διορθωτικές διατάξεις , με τις οποίες καταργούνται κωλύματα ως προς την έκδοσή της και επιλύονται νομολογιακές αμφισβητήσεις ως προς τη δικαιοδοσία για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ( πλέον η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων προϋποθέτει ιδιωτικού δικαίου διαφορά). Επίσης διευκολύνεται η κοινή εκδίκαση της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, με την ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία επισπεύδεται με εκτελεστό τίτλο τη διαταγή πληρωμής, ενώ σημαντική είναι η ρύθμιση ως προς την ερημοδικία καθώς ο ανακόπτων αντιμετωπίζεται πλέον ως ερημοδικών ενάγων.

Τέλος η διαταγή αποδόσεως μισθίου διατήρησε την αρχική της φυσιογνωμία, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μετά τις τροποποιήσεις του ν. 4055/2012.

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ

Ορισμένες συμπληρώσεις έγιναν και στις ισχύουσες διατάξεις του ΚΠολΔ για τα ασφαλιστικά μέρα.

ΕΙΔΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ

1. Τροποποιήσεις εντοπίζονται στο άρθρο 686, σύμφωνα με την παρ. 1 του οποίου «. Η αίτηση πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου.» Καταργείται δηλαδή η δυνατότητα προφορικής υποβολής της αίτησης στο ειρηνοδικείο.

Με τη δε παρ. 5. προβλέπεται ότι κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις. Όχι όμως και προφορικά στο ειρηνοδικείο όπως προβλεπόταν.

Επίσης κατά την παρ. 6 «. Στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στο μονομελές πρωτοδικείο ή στο ειρηνοδικείο, μόνο η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και προφορικά,» όχι όμως και η κυρία, λόγω της σοβαρότητας του δικαιώματος που εισάγεται προς διάγνωση.

 

2. Επίσης στα ασφαλιστικά μέτρα νομής ή κατοχής δεν εφαρμόζεται, εκτός του άρθρου 696 παρ. 3, και το αρθ. 697 (περί ανάκλησης ή μεταρρύθμισης από το δικαστήριο της κύριας δίκης). Με την νέα ρύθμιση της παρ. 5 του αρθ. 734 εισάγεται και η εξαίρεση του άρθρου 697, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις που διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα νομής ή κατοχής να μην ανακαλούνται ούτε μεταρρυθμίζονται από το δικαστήριο της κύριας δίκης, όπως ίσχυε μέχρι σήμερα, αφού η διόρθωση της εσφαλμένης απόφασης θα γίνει από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν άσκησης έφεσης.

Ακόμη καταργήθηκε το άρθρο 736 που όριζε ως αρμόδιο δικαστήριο για την αναστολή εκτέλεσης αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, σωματείων ή συνεταιρισμών το ειρηνοδικείο. Πλέον, αρμόδιο είναι το μονομελές πρωτοδικείο, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του άρθρου 683 παρ. 2 και 3, το οποίο έχει εξαιρετική αρμοδιότητα , σύμφωνα με το άρθρο 17 αριθ. 3, για τις υποθέσεις αυτές, γεγονός που δε δικαιολογεί απόκλιση από τις γενικές διατάξεις του άρθρου 683 παρ. 2 και 3 και διατήρηση της αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ

Στην εκούσια δικαιοδοσία, όπως είναι γνωστό, με τις διατάξεις των άρθρων 17 και 20 του Ν. 4055/2012 όλες οι υποθέσεις με ορισμένες εξαιρέσεις υπήχθησαν στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων. Ήδη με τη νέα διάταξη του αρθ. 740 ΚΠολΔ προκρίθηκε , ως δικαστήριο γενικής αρμοδιότητας για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το μονομελές πρωτοδικείο, στη δε αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου υπάγονται πλέον ορισμένες υποθέσεις, τις οποίες ρητά προβλέπει ο νόμος.

Οι υποθέσεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου είναι οι ακόλουθες:

Οι υποθέσεις των αρθ.: 782 επ., της βεβαίωσης γεγονότος με το σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη.

Του αρθ. 787, για την εγγραφή σωματείου ή τροποποίηση του καταστατικού του.

Των αρθ. 797, 798, για τη χορήγηση άδειας να ενεργήσει κάποια πράξη ο ανήλικος, κλπ.

Του αρθ. 807, Για τη δημοσίευση διαθηκών.

Του αρθ. 810, Σύμφωνα με το οποίο δικαστήριο της κληρονομιάς παραμένει το ειρηνοδικείο.

Των αρθ. 826, 831, 838 και 841 για τη σφράγιση, αποσφράγιση, απογραφή πραγμάτων κλπ.

Του αρθ. 843, της δημόσιας πρόσκλησης για την αναγγελία δικαιώματος ή απαίτησης στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος (43 εδ. β’ αρ. 2 ΑΚ, 895 ΑΚ, 1869 ΑΚ, 1959 εδ. Β’ ΑΚ, κλπ).

Του αρθ. 851, για την πρόσκληση προκειμένου να κηρυχθεί αξιόγραφο ανίσχυρο.

Και του αρθ. 861, για το βεβαιωτικό όρκο.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθ. 786, για το διορισμό ή την αντικατάσταση προσωρινής διοίκησης νομικού προσώπου ορίζεται, ως αρμόδιο, αντί του ειρηνοδικείου, το μονομελές πρωτοδικείο.

Επίσης πρέπει να επισημανθούν ορισμένες ακόμη τροποποιήσεις:

Αυτή του άρθρου 747 παρ. 1, για τον τρόπο άσκησης της αίτησης. Ασκείται πλέον και ενώπιον του ειρηνοδικείου μόνο με δικόγραφο , αποκλείστηκε δηλαδή η δυνατότητα της προφορικής άσκησης.

Επίσης του αρθ. 754, με το οποίο προβλέπεται η ματαίωση της συζήτησης σε περίπτωση που δεν εμφανισθεί κανένας διάδικος ή εμφανισθούν οι διάδικοι και δεν λάβουν μέρος στη συζήτηση κανονικά. Σε περίπτωση όμως που δεν εμφανισθεί ο αιτών ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος στη συζήτηση κανονικά, το δικαστήριο δεν ματαιώνει τη συζήτηση, αλλά εξετάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν.

Τέλος του άρθρου 808 παρ. 3, στην οποία προστίθενται νέα εδάφια αναφορικά με την ιδιόγραφη διαθήκη, όταν έχει οριστεί αποκλειστικά εξωτικός κληρονόμος. Σε αυτές τις περιπτώσεις το αρμόδιο δικαστήριο, δηλαδή το ειρηνοδικείο, προκειμένου να κηρύξει την ιδιόγραφη διαθήκη ως κύρια, διατάσσει γραφολογική πραγματογνωμοσύνη για την απόδειξη της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη. Στη σχετική δίκη καλείται υποχρεωτικά το ελληνικό δημόσιο. Η διάταξη αυτή σκοπεύει να καταπολεμήσει το φαινόμενο των πλαστών διαθηκών και να διαφυλάξει τα συμφέροντα του δημοσίου, το οποίο καλείται ως κληρονόμος στην εξ αδιαθέτου διαδοχή στην έκτη τάξη, σύμφωνα με το άρθρο 1824 ΑΚ.

Ουσιαστικά μεταφέρεται στο άρθρο αυτό η διάταξη του άρθρου 77 παρ. 1 εδ. β’ του Ν. 4182/2013 , ενώ παράλληλα καταργείται με την παρ. 9 των μεταβατικών διατάξεων, η διάταξη του εδ. α’ αρθ. αυτού, το οποίο όριζε ότι «α. Εξωτικός εγκαθίσταται ως κληρονόμος κληρονομίας που δεν έχει εξ αδιαθέτου κληρονόμους, μόνο με δημόσια διαθήκη». Παράλληλα και με την ίδια μεταβατική διάταξη προβλέπεται ότι τόσον η κατάργηση του εδ. α’ όσο και η ισχύς του εδ. β , όπως έχει μεταφερθεί στην παρ. 3 του αρθ. 808 ισχύουν από το χρόνο έναρξης ισχύος του άρθρου 77 του Ν. 4182/2013.

ΔΙΑΤΗΣΙΑ

Τροποποιούνται τα άρθρα 878, 879 και 880 και επαναφέρονται στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου από το ειρηνοδικείο τα σχετικά με τον ορισμό διαιτητών ζητήματα.

 

ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Με τις τροποποιήσεις στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης επιδιώκεται η συντόμευση της διάρκειας της εκτελεστικής διαδικασίας .

Για την ταχύτερη περάτωση των διαφορών που δημιουργούνται, στις κεντρικές διατάξεις των άρθρων 933, 934 και 937, που αφορούν την προσβολή των πράξεων της εκτέλεσης, οι βασικές τροποποιήσεις που πρέπει να αναφερθούν είναι οι ακόλουθες:

1. Η πρόβλεψη της εκδίκασης περισσοτέρων ανακοπών που αφορούν την ίδια εκτελεστική διαδικασία σε μια δικάσιμο με επιμέλεια της γραμματείας.

2. Η συζήτηση της ανακοπής σε σύντομη δικάσιμο.

3. Η εφαρμογή της διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών των αρθ. 591 και 614 επ..

4. Η σταδιακή προσβολή των πράξεων εκτέλεσης περιορίζεται σε δύο στάδια με σαφή προσδιορισμό τους και σύντμηση των προθεσμιών.

5. Οι ρυθμίσεις για τις δίκες περί την εκτέλεση και την αναστολή συγκεντρώνονται στο αρθ. 937 με κατάργηση του 938.

Επίσης από το ειδικό μέρος της αναγκαστικής εκτέλεσης επισημαίνω τις ακόλουθες τροποποποιήσεις:

1. Της διάταξης του αρθ. 954 παρ. 4, σύμφωνα με την οποία η ανακοπή για τη διόρθωση της έκθεσης κατάσχεσης, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς, θα πρέπει να κατατεθεί επί ποινή απαραδέκτου το αργότερο είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού (αντί 5 που ίσχυε). Επίσης η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00` το μεσημέρι της δέκατης πριν από τον πλειστηριασμό ημέρας (αντί της προηγούμενης του πλειστηριασμού ημέρας).

2. Η διάταξη της παρ. 3 του αρθ. 959, σχετικά με την αλλαγή του τόπου πλειστηριασμού, περιλαμβάνεται στη νέα διάταξη της παρ. 6 του ίδιου άρθρου και τροποποιείται ως προς την αρμοδιότητα, ορίζοντας ότι η ανακοπή κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο (προφανώς του άρθρου 933) και όχι στο ειρηνοδικείο όπως προβλεπόταν πριν, δηλαδή καταργείται η αποκλειστική αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου. Επίσης η ίδια διάταξη για τα θέματα της προθεσμίας κατάθεσης της αίτησης και δημοσίευσης της απόφασης παραπέμπει στο άρθρο 954, δηλαδή ισχύουν όσα αναφέρθηκαν αμέσως πριν.

3. Στα άρθρα 993 και 995 επαναφέρεται η εμπορική αξία (αντί της αντικειμενικής) για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου, που κατάσχεται και ως τιμή πρώτης προσφοράς επίσης η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης.

4. Στο αρθρ. 1000 γίνεται μεγαλύτερη η προθεσμία πριν από τον πλειστηριασμό, μέσα στην οποία μπορεί να ζητηθεί η αναστολή του και συγκεκριμένα δεκαπέντε (15) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού (αντί 5 ημέρες που ίσχυε). Επίσης στην ίδια διάταξη καταργήθηκε η δυνατότητα ορισμού μικρότερου ποσού του ενός τετάρτου του οφειλόμενου κεφαλαίου στις περιπτώσεις που συντρέχει εξαιρετικός λόγος.

5. Τέλος σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις των άρθρων 1047 και 1049 ορίζεται ότι η προσωπική κράτηση είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική για το δικαστήριο για απαιτήσεις από αδικοπραξία και ότι η απόφαση που διατάζει την προσωπική κράτηση δεν εκτελείται αν ο καταδικασθείς κατά τον χρόνο της εκτέλεσης της απόφασης βρίσκεται σε αδυναμία να εκπληρώσει τη χρηματική οφειλή του.

 

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Από τις μεταβατικές διατάξεις πρέπει να επισημανθεί η κατάργηση με την παρ. 7, του άρθρου 22 του Α.Ν. 1539/1938, που εφαρμόζεται αναλογικά και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (άρθρα 1 παρ. 1 του Ν.Δ.31/1968, 62 του Ν. 1416/1984, 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ) , καθώς και άλλα ΝΠΔΔ, και που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 περίπτωση 18 του ΕισΝ του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Έτσι καταργείται η δικαιοδοσία του Εισαγγελέα για την προσωρινή ρύθμιση της διακατοχής των δημοσίων ή δημοτικών ή κοινοτικών κτημάτων (ακινήτων), που αμφισβητείται μεταξύ του Δημοσίου ή Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή ΝΠΔΔ και ιδιώτη και οι σχετικές διαφορές θα εκδικάζονται πλέον από τα αρμόδια δικαστήρια.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ

 

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
στα μέλη
στη βιβλιοθήκη
στις πληροφορίες
ΕΙΣΟΔΟΣ ΜΕΛΩΝ
Χρήστης:
Κωδικός:
Εκτύπωση σελίδας Πληροφορίες Επικοινωνία Αρχική σελίδα
TORUS web development